Μετάφραση του "submerge" σε Ελληνικά

Οι βυθίζω, βυθίζομαι, καταδύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "submerge" σε Ελληνικά.

submerge verb γραμματική

(intransitive) To sink out of sight. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βυθίζω

    verb

    Or he would submerge in the imagination seeking a personal annihilation.

    Ή θα μπορούσε να βυθιστεί στη φαντασία αναζητώντας έναν προσωπικό αφανισμό.

  • βυθίζομαι

    verb

    Or he would submerge in the imagination seeking a personal annihilation.

    Ή θα μπορούσε να βυθιστεί στη φαντασία αναζητώντας έναν προσωπικό αφανισμό.

  • καταδύομαι

    verb

    The ears and valvelike nostrils close when it submerges.

    Τα αφτιά του και τα βαλβιδοειδή ρουθούνια του κλείνουν όταν καταδύεται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουτώ
    • ποντίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " submerge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "submerge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "submerge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη