Μετάφραση του "subscribe" σε Ελληνικά
Οι συνεισφέρω, εγγραφή, υπογράφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subscribe" σε Ελληνικά.
To sign up to have copies of a publication, such as a newspaper or a magazine, delivered for a period of time. [..]
-
συνεισφέρω
verbThe social economy subscribes to the fundamental principles of the European Social Model.
γραπτώς. - (PL) " κοινωνική οικονομία συνεισφέρει στις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου.
-
εγγραφή
nounTo start using the services of a service provider, e.g. an Internet access provider. The subscriber may or may not be charged for the used services.
Don't forget to rate us, comment, and subscribe.
Μην ξεχάσετε να μας βαθμολογήσετε, να σχολιάσετε και να κάνετε εγγραφή.
-
υπογράφω
verbBut they should not subscribe to any more resolutions against unemployment.
Δε θα πρέπει όμως στο μέλλον να υπογράψει πλέον κανένα ψήφισμα κατά της ανεργίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εγγράφομαι
- γίνομαι μέλος
- γίνομαι συνδρομητής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " subscribe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Subscribe" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Subscribe στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "subscribe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
SIM
-
Ψηφιακή συνδρομητική σηματοδοσία
-
Διεθνής / Ατομική ταυτότητα κινητού συνδρομητή
-
Κύκλωμα διεπαφής συνδρομητικής / κού γραμμής / βρόχου
-
Τερματικό συνδρομητικής γραμμής
-
Διεπαφή συνδρομητικού δικτύου
-
Διεπαφή συνδρομητικού δικτύου
-
Διεθνής συνδρομητική επιλογή