Μετάφραση του "subscription" σε Ελληνικά

Οι συνδρομή, υπογραφή, εισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subscription" σε Ελληνικά.

subscription noun γραμματική

access to a resource for a period of time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδρομή

    noun feminine

    access to a resource for a period of time [..]

    I never should have gotten him the Netflix subscription.

    Δεν έπρεπε να του είχα πάρει ποτέ συνδρομή στο Netflix.

  • υπογραφή

    noun feminine

    the signing of one's name

    Subscribers will be entitled to use a special logo demonstrating their subscription to the Memorandum.

    Οι υπογράφοντες δικαιούνται να χρησιμοποιούν ειδικό λογότυπο που αποδεικνύει την υπογραφή του μνημονίου.

  • εισφορά

    noun feminine

    the formal acceptance of something, especially when verified with a signature

    The subscription by the Treasury took place subsequently, on 23 June 2005.

    Η εισφορά του Δημοσίου πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια, στις 23 Ιουνίου 2005.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγγραφή
    • συνεισφορά
    • αποδοχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " subscription " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Subscription
+ Προσθήκη

"Subscription" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Subscription στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "subscription" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "subscription" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη