Μετάφραση του "subsistence" σε Ελληνικά

Οι ύπαρξη, επιβίωση, having just enough food, money, or resources to stay alive, but no extra είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subsistence" σε Ελληνικά.

subsistence noun γραμματική

Real being; existence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύπαρξη

    noun feminine

    The Eurosport Consortium warranted to Sky that such rights were subsisting at the time of signature.

    Η Eurosport Consortium εγγυάται στη Sky την ύπαρξη των εν λόγω δικαιωμάτων κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας .

  • επιβίωση

    noun

    The prairie is beyond history and the bisons are man's struggle for subsistence.

    Η έρημη πεδιάδα είναι πέρα απ την ιστορία και οι βίσωνες είναι η πάλη του ανθρώπου για επιβίωση.

  • having just enough food, money, or resources to stay alive, but no extra

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντήρηση
    • βιοποριστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " subsistence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Subsistence
+ Προσθήκη

"Subsistence" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Subsistence στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "subsistence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατώτατο εισόδημα επιβίωσης
  • γεωργία αυτοσυντήρησης · γεωργία βιοπορισμού · γεωργία συντήρησης
  • οικονομία συντήρησης
  • συντήρησης · υφιστάμενος
  • υφιστάμενος
  • ζω · συντηρούμαι · υπάρχω · υφίσταμαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "subsistence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη