Μετάφραση του "succeed" σε Ελληνικά

Οι διαδέχομαι, επιτυγχάνω, πετυχαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "succeed" σε Ελληνικά.

succeed verb γραμματική

To follow in order; to come next after; hence, to take the place of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδέχομαι

    verb

    In that case, the taxable person succeeds the assignor.

    Στην περίπτωση αυτή, ο υποκείμενος στον φόρο διαδέχεται τον μεταβιβάζοντα.

  • επιτυγχάνω

    verb

    For this pardon to succeed, Francis, we need to appear to be estranged.

    Για να επιτύχει η απονομή χάρης, Φράνσις, πρέπει να φαινόμαστε αποξενωμένοι.

  • πετυχαίνω

    verb

    We couldn't succeed in any of the lines.

    Δεν μπορέσαμε να πετύχουμε σε καμία απο τις γραμμές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακολουθώ
    • φθάνω
    • αφικνούμαι
    • τελεσφορώ
    • προκόβω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " succeed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Succeed
+ Προσθήκη

"Succeed" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Succeed στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "succeed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "succeed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη