Μετάφραση του "succour" σε Ελληνικά

Οι βοήθεια, αρωγή, βοηθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "succour" σε Ελληνικά.

succour Verb verb noun γραμματική

(UK) Alternative spelling of succor. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοήθεια

    noun feminine

    Action given to provide assistance.

    She spoke bitterly of her home parish where she might have expected succour but received none.

    Μίλησε με πίκρα για την ενορία της, από όπου περίμενε βοήθεια, αλλά δεν την έλαβε.

  • αρωγή

    noun

    Thailand has long called travellers from around the globe to take spiritual succour and karmic rest.

    Η Ταϊλάνδη αποτελεί πόλο έλξης ταξιδιωτών απ'όλο τον πλανήτη, για πνευματική αρωγή και καρμική ανάπαυση.

  • βοηθώ

    verb

    For example, the Apostle Paul declared that because the Savior “hath suffered being tempted, he is able to succour them that are tempted” (Hebrews 2:18).

    Για παράδειγμα, ο Απόστολος Παύλος διακήρυξε ότι επειδή ο Σωτήρας «έπαθε, όταν πειράστηκε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται» (Προς Εβραίους 2:18).

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντρέχω
    • συμπαράσταση
    • επικουρία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " succour " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "succour" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη