Μετάφραση του "suck" σε Ελληνικά
Οι ρουφώ, ρουφάω, πιπιλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suck" σε Ελληνικά.
suck
Verb
verb
noun
γραμματική
(transitive) To use the mouth and lips to pull in (a liquid, especially milk from the breast). [from 9th c.] [..]
-
ρουφώ
verb -
ρουφάω
verbTo draw in a substance by creating a practical vacuum in the mouth, and as a result a difference in pressure. [..]
Because soon, I' il be ankle- deep in your blood,Sucking the marrow from your bones
Επειδή σύντομα θα τσαλαβουτάω μέσα στο αίμα σας... και θα ρουφάω το μεδούλι των κοκάλων σας
-
πιπιλίζω
verbto work the lips and tongue on
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βυζαίνω
- θηλάζω
- γλείφω
- άστα να πάνε
- είμαι μαλάκας
- ρούφηγμα
- θηλασμός
- πατώνω
- χωλαίνω
- εκμυζώ
- «πάσχω»
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suck " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "suck"
Φράσεις παρόμοιες με "suck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οχι στον παλιο ... to give advice to someone about something they already know more about than you do
-
άρπα την! · πονάς! · πονάτε
-
ρουφώ
-
ψείρα
-
Αχ ναι πιπιλίζουν το πουλί μου πιο σκληρά μου αρέσει να κάνω σεξ Γουίτ σας μωρό
-
γουρουνάκι γάλακτος
-
έλα, παππού (μου), να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου
-
βυζαίνω · πιπιλίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη