Μετάφραση του "suffer" σε Ελληνικά

Οι υποφέρω, πάσχω, δεινοπαθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suffer" σε Ελληνικά.

suffer verb γραμματική

(intransitive) To undergo hardship. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποφέρω

    verb

    to undergo hardship [..]

    I fear your games will suffer from the Thracian's absence.

    L φοβούνται τα παιχνίδια σας θα υποφέρουν από την απουσία του Θρακικού του.

  • πάσχω

    verb

    to have a disease or condition

    George Hancock suffers from severe psychiatric problems including paranoid delusions.

    George Hancock πάσχει από σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα Συμπεριλαμβανομένων παρανοϊκές ψευδαισθήσεις.

  • δεινοπαθώ

    to undergo hardship

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βασανίζομαι
    • υφίσταμαι
    • υπομένω
    • επιτρέπω
    • εγκαρτερώ
    • πονώ
    • δέχομαι
    • ζω
    • αναξιοπαθώ
    • έχω
    • παθαίνω
    • ανέχομαι
    • πονάω
    • νοσώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suffer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Suffer
+ Προσθήκη

"Suffer" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Suffer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "suffer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suffer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη