Μετάφραση του "suffocate" σε Ελληνικά

Οι πνίγω, ασφυκτιώ, πνίγομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suffocate" σε Ελληνικά.

suffocate adjective verb γραμματική

(intransitive) To suffer from severely reduced oxygen intake to the body. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνίγω

    verb

    I had to eat it, or I would suffocate to death.

    Έπρεπε να το φάει, ή θα πνίξει στο θάνατο.

  • ασφυκτιώ

    verb

    The valley is so quiet that I find it suffocating

    Η κοιλάδα είναι τόσο ήσυχη, που με κάνει να ασφυκτιώ.

  • πνίγομαι

    verb

    I had to eat it, or I would suffocate to death.

    Έπρεπε να το φάει, ή θα πνίξει στο θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suffocate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suffocate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suffocate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη