Μετάφραση του "suffragist" σε Ελληνικά

Το σουφραζέτα με νόμιμα μέσα είναι η μετάφραση του "suffragist" σε Ελληνικά.

suffragist noun γραμματική

A person who promotes suffrage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σουφραζέτα με νόμιμα μέσα

    Women's suffrage is, by definition, the right of women to vote. This was the goal of the suffragists, who believed in using legal means and the suffragettes, who used extremist measures. [WP]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suffragist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suffragist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη