Μετάφραση του "suicide" σε Ελληνικά
Οι αυτοκτονία, αυτόχειρας, αυτοχειρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suicide" σε Ελληνικά.
suicide
verb
noun
γραμματική
(uncountable) Intentional killing of oneself, as a kind of action or social phenomenon. [..]
-
αυτοκτονία
noun feminineinstance of killing oneself [..]
Tom's death wasn't a suicide.
Ο θάνατος του Τομ δεν ήταν αυτοκτονία.
-
αυτόχειρας
noun masculine m;f masculine;femininethe person [..]
Radley sanitarium has to admit my mom wasn't a suicide.
Το σανατόριο του Ράντλεϊ πρέπει να παραδεχτεί ότι η μαμά μου δεν ήταν αυτόχειρας.
-
αυτοχειρία
noun feminineinstance of killing oneself [..]
You're the one who always talked about suicide.
Εσύ είσαι αυτή που πάντα μίλαγε για την αυτοχειρία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτοκτόνος
- αυτοκτονια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suicide " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "suicide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευθανασία · υποβοηθούμενη αυτοκτονία
-
σημείωμα αυτοκτονίας
-
μανία αυτοκαταστροφής
-
αυτοκαταστροφικός · αυτοκτονικός · πεισιθάνατος
-
επίθεση αυτοκτονίας
-
αυτοκτονώ
-
αυτοκτονώ
-
μεσοβδόμαδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη