Μετάφραση του "suitor" σε Ελληνικά

Οι εραστής, ενάγων, μνηστήρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suitor" σε Ελληνικά.

suitor verb noun γραμματική

(law) A party to a suit or litigation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εραστής

    noun masculine

    My sister's suitor was unwilling to tell us anything.

    Ο εραστής της αδερφής μου δεν ήθελε να μας πει κάτι.

  • ενάγων

    masculine

    You aim to find a suitor.

    Ο σκοπός είναι να βρεις έναν ενάγων.

  • μνηστήρ

    How shall my heart reward the love of two such formidable suitors?

    Πως θα ανταμείψει η καρδιά μου την αγάπη δύο τέτοιων φοβερών μνηστήρων;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suitor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suitor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη