Μετάφραση του "summer" σε Ελληνικά

Οι καλοκαίρι, θέρος, καλοκαιρινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "summer" σε Ελληνικά.

summer verb noun γραμματική

One of four seasons, traditionally the second, marked by the longest and typically hottest days of the year due to the inclination of the Earth and thermal lag. Typically regarded as being from June 21 to September 20 in parts of the USA, and the months of December, January and February in the Southern Hemisphere. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλοκαίρι

    noun neuter

    hottest season [..]

    Old people say that previously hot water was shut off all summer.

    Οι παλιοί ένοικοι λένε, ότι πριν αποσυνδέαν το ζεστό νερό για όλο το καλοκαίρι.

  • θέρος

    noun neuter

    The outcome of this process will be published after the summer.

    Τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας θα δημοσιοποιηθούν μετά το θέρος.

  • καλοκαιρινός

    adjective

    We had a summer fling, and she went back to Ireland, and that was that.

    Ηταν ένας καλοκαιρινός έρωτας και μετά αυτή γύρισε στο Μπελφαστ και αυτό ήταν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεκαλοκαιριάζω
    • παραθερίζω
    • θερινός
    • περίοδος (ακμής, ωρίμανσης, ολοκλήρωσης, κλπ.)
    • φυλάω (διατηρώ) κατά τη διάρκεια του θέρους
    • Θέρος
    • ακμή
    • αθροιστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " summer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Summer proper

A female given name of modern usage, for a girl born in summer. [..]

+ Προσθήκη

"Summer" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Summer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "summer"

Φράσεις παρόμοιες με "summer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "summer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη