Μετάφραση του "supposition" σε Ελληνικά

Οι υπόθεση, εικασία, προϋπόθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supposition" σε Ελληνικά.

supposition noun γραμματική

Something that is supposed; an assumption, conjecture or speculation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine

    The act of taking for granted, or accepting a thing without proof

    There is no evidence to support that supposition.

    Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν στηρίζει την υπόθεση αυτή.

  • εικασία

    noun feminine

    That is a ridiculous supposition without a shred of proof to back it up.

    Αυτή είναι γελοία εικασία χωρίς ίχνος αποδείξεων να την υποστηρίξει.

  • προϋπόθεση

    noun

    As I have said, that supposition is not necessarily correct.

    'Οπως έχω προαναφέρει, αυτή η βασική προϋπόθεση δεν είναι κατ' ανάγκη και ορθή.

  • συμπέρασμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supposition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "supposition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supposition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη