Μετάφραση του "surgery" σε Ελληνικά
Οι χειρουργική, χειρουργείο, ιατρείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surgery" σε Ελληνικά.
(medicine) A procedure involving major incisions to remove, repair, or replace a part of a body. [..]
-
χειρουργική
noun femininemedical specialty
We use it to study the primary difficulties and to make decisions before the big surgery.
Το χρησιμοποιούμε για να μελετήσουμε τις βασικές δυσκολίες και να πάρουμε αποφάσεις πριν από τη μεγάλη χειρουργική επέμβαση.
-
χειρουργείο
noun neuterprocedure involving major incisions [..]
Annie has to have surgery, but the doctors think she's gonna be okay.
H Annie πρέπει να μπει χειρουργείο, αλλά οι γιατροί πιστεύουν ότι θα γίνει καλά.
-
ιατρείο
noun neuterdoctor's consulting room
Collie, the telephone number is on the pad, in the surgery.
Collie, ο αριθμός του τηλεφώνου είναι στο τραπέζι στo ιατρείο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εγχείρηση
- εγχείριση
- επέμβαση
- Χειρουργική
- αίθουσα χειρουργείου
- χειρουργική επιστήμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " surgery " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "surgery"
Φράσεις παρόμοιες με "surgery" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τραυματολογία
-
καρδιοχειρουργική
-
μικροεπέμβαση
-
αισθητική χειρουργική
-
εγχείρηση λέιζερ μυωπίας · χειρουργική οφθαλμών με λέιζερ
-
Στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική
-
Αγγειοχειρουργική · αγγειοχειρουργική
-
Πλαστική χειρουργική · κοσμητική χειρουργική · πλαστική χειρουργική