Μετάφραση του "surrender" σε Ελληνικά
Οι παραδίνομαι, παράδοση, συνθηκολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surrender" σε Ελληνικά.
(transitive) To give up into the power, control, or possession of another; specifically ( Military ) to yield (land, a town, etc.) to an enemy. [..]
-
παραδίνομαι
verbintransitive or reflexive: to give oneself up into the power of another
I guess this is where I'm supposed to surrender.
Υποθέτω ότι εδώ είναι που παραδίνομαι.
-
παράδοση
noun femininean act of surrendering [..]
Sign the surrender, or I will decimate this town!
Θα υπογράψεις την παράδοση, αλλιώς θα εξοντώσω την πόλη.
-
συνθηκολόγηση
noun feminineIt had frequent rumors of an anticipated surrender.
Κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα γινόταν σύντομα συνθηκολόγηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραδίδω
- εγκαταλείπω
- παρατάω
- παραχώρηση
- παραδίδομαι
- παραδίνω
- εγκατάλειψη
- εγκαταλειμμένος
- καταθέτω τα όπλα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " surrender " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "surrender" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραδίνομαι