Μετάφραση του "surrogacy" σε Ελληνικά

Οι Παρένθετη μητέρα, παρένθετη μητρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surrogacy" σε Ελληνικά.

surrogacy noun γραμματική

(rare) The state or condition of being a surrogate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρένθετη μητέρα

    arrangement in which a woman carries and delivers a child for another couple or person

    Paid surrogacy's illegal in Virginia.

    Το να πληρώνετε παρένθετη μητέρα στην Βιρτζίνια είναι παράνομο.

  • παρένθετη μητρότητα

    The reasons for resorting to surrogacy may vary significantly.

    Οι λόγοι για την προσφυγή στην παρένθετη μητρότητα ποικίλλουν σημαντικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surrogacy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surrogacy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη