Μετάφραση του "suspension" σε Ελληνικά

Οι αιώρημα, ανάρτηση, διαθεσιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suspension" σε Ελληνικά.

suspension noun γραμματική

The act of suspending, or the state of being suspended [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιώρημα

    noun neuter

    state of a solid when mixed with, but not dissolved in a fluid [..]

    If kept in a refrigerator this suspension may be used for one week.

    Το αιώρημα αυτό διατηρούμενο εντός ψυγείου είναι δυνατό να χρησιμοποιείται επί μία εβδομάδα.

  • ανάρτηση

    noun feminine

    act of suspending or state of being suspended [..]

    Breaks were shot, no air bags, no suspension.

    Τα φρένα ήταν φθαρμένα, χωρίς αερόσακους και ανάρτηση.

  • διαθεσιμότητα

    noun feminine

    temporary or conditional delay, interruption or discontinuation [..]

    Well, Lacey when you firebomb a garbage truck, you get a suspension and a hefty fine.

    Λέισι, όταν καις ένα σκουπιδιάρικο μπαίνεις σε διαθεσιμότητα και τρως βαρύ πρόστιμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναστολή
    • εκκρεμότητα
    • κρέμασμα
    • αποβολή
    • αναβολή
    • ανακοπή
    • παύση
    • εναιώρημα
    • Αιώρημα
    • εναιώρηση
    • σταμάτημα
    • διάλειμμα
    • ανάπαυλα
    • -στάσιο
    • Ανάρτηση αυτοκινήτου
    • ανάρτηση αυτοκινήτου
    • ανάρτηση, αναστολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suspension " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suspension" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suspension" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη