Μετάφραση του "swallowing" σε Ελληνικά

Οι Κατάποση, κατάποση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "swallowing" σε Ελληνικά.

swallowing noun verb γραμματική

Present participle of swallow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατάποση

    process used to transport food and saliva from the mouth to the stomach

    Its strong smell remains for a long time after it has been swallowed.

    Το έντονο άρωμά του παραμένει επί μεγάλο διάστημα μετά την κατάποση.

  • κατάποση

    noun

    Its strong smell remains for a long time after it has been swallowed.

    Το έντονο άρωμά του παραμένει επί μεγάλο διάστημα μετά την κατάποση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " swallowing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "swallowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "swallowing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη