Μετάφραση του "swarm" σε Ελληνικά

Οι σμήνος, εσμός, στίφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "swarm" σε Ελληνικά.

swarm verb noun γραμματική

A large number of insects, especially when in motion or (for bees) migrating to a new colony. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σμήνος

    noun neuter

    large number of insects

    A swarm of killer bees is coming this way.

    Eνα σμήνος φονικές μέλισσες έρχεται προς τα δω.

  • εσμός

    noun masculine

    a mass of people or animals in turmoil

  • στίφος

    noun neuter

    a mass of people or animals in turmoil

    And when groups merge, they form a swarm.

    Κι όταν τα σμήνη ενώνονται, σχηματίζουν ένα στίφος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όχλος
    • συρρέω
    • πλήθος
    • κατακλύζω
    • ξεχύνομαι
    • ορδή
    • μελίσσι
    • αναρριχώμαι
    • πλημμυρίζω
    • σκαρφαλώνω
    • συναθροίζομαι
    • προστρέχω
    • σμήνος εντόμων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " swarm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "swarm"

Φράσεις παρόμοιες με "swarm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "swarm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη