Μετάφραση του "sweating" σε Ελληνικά

Οι εφίδρωση, καταϊδρωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sweating" σε Ελληνικά.

sweating adjective noun verb γραμματική

Present participle of sweat. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφίδρωση

    noun feminine

    bodily process

    Something carnal inside of you causes your body to break out in sweats.

    Κάτι σαρκικό μέσα σου κάνει το σώμα σου να ξεσπάσει σε εφίδρωση.

  • καταϊδρωμένος

    I don't know about you, but personally I'm in an absolute sweat.

    Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ είμαι καταϊδρωμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sweating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sweating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγχωμένος · καταϊδρωμένος
  • Ιδρώτας · εξιδρώνω · επώδυνη προσπάθεια · εφιδρωτική ουσία · ιδρώνω · ιδρώτας · κόπος · μόχθος · σκοτίζομαι για
  • γίνομαι μούσκεμα στον ιδρώτα · ιδρώνω πάρα πολύ · λούζομαι στον ιδρώτα
  • με ιδρώτα και αίμα καταφέρνω να
  • περιμένω εναγωνίως
  • ιδρώνω
  • φτύνω αίμα · φτύνω αίμα (για να)
  • μη σκας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sweating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη