Μετάφραση του "sweeper" σε Ελληνικά
Οι σάρωθρο, σκουπιδιάρης, οδοκαθαριστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sweeper" σε Ελληνικά.
sweeper
noun
γραμματική
One who sweeps floors or chimneys [..]
-
σάρωθρο
noun neuterWere you a sweeper or a forward?
Ήσασταν ένα σάρωθρο ή προς τα εμπρός;
-
σκουπιδιάρης
noun masculineI don't know about Snow White... but old Hornsby's got about as much class as a syphilitic road sweeper.
Δεν ξέρω για τη Χιονάτη... αλλά ο Χόρνσμπι έχει τόση κλάση, όσο κι ένας συφιλιδικός σκουπιδιάρης.
-
οδοκαθαριστής
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκούπα
- σαρωτής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sweeper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sweeper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκούπα χαλιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη