Μετάφραση του "sweltering" σε Ελληνικά
Το Uncomfortably hot ... πνιγηρος, αποπνικτικος είναι η μετάφραση του "sweltering" σε Ελληνικά.
sweltering
noun
adjective
verb
γραμματική
(of weather) hot and humid; oppressively sticky [..]
-
Uncomfortably hot ... πνιγηρος, αποπνικτικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sweltering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη