Μετάφραση του "swindling" σε Ελληνικά

Οι απάτη, εξαπάτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "swindling" σε Ελληνικά.

swindling noun verb γραμματική

Present participle of swindle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    The press openly attacked the bank calling it a great swindle.

    Ο τύπος επιτέθηκε ανοιχτά την τράπεζα αποκαλώντας την μια μεγάλη απάτη.

  • εξαπάτηση

    noun feminine

    The taxation, penalisation and systematic swindling of motorists seems to know no bounds.

    " φορολογία, η ποινικοποίηση και η συστηματική εξαπάτηση των αυτοκινητιστών φαίνεται να μην γνωρίζουν κανένα όριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " swindling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "swindling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απάτη · απατώ · αρπάζω · βουτάω · εξαπατώ · κομπίνα
  • απάτη · απατώ · αρπάζω · βουτάω · εξαπατώ · κομπίνα
  • απάτη · απατώ · αρπάζω · βουτάω · εξαπατώ · κομπίνα
  • απάτη · απατώ · αρπάζω · βουτάω · εξαπατώ · κομπίνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "swindling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη