Μετάφραση του "swipe" σε Ελληνικά

Το χτύπημα είναι η μετάφραση του "swipe" σε Ελληνικά.

swipe verb noun γραμματική

(transitive) To steal or snatch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χτύπημα

    noun neuter

    Some scrappy, devilishly handsome political genius must have taken a swipe at him.

    Κάποια μαχητική, διαβολικά όμορφη, πολιτική ιδιοφυΐα θα πρέπει να του έχει καταφέρει ισχυρό χτύπημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " swipe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "swipe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "swipe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη