Μετάφραση του "switching" σε Ελληνικά
Το μεταγωγή είναι η μετάφραση του "switching" σε Ελληνικά.
switching
noun
verb
γραμματική
Present participle of switch. [..]
-
μεταγωγή
The response time determination shall be done with gas switching directly at the inlet of the sample probe.
Ο προσδιορισμός του χρόνου απόκρισης γίνεται με μεταγωγή αερίου απ’ ευθείας στο στόμιο εισόδου του καθετήρα δειγματοληψίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " switching " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "switching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διακόπτης, μετάγω
-
διακόπτης Παρέμβασης
-
αδιατάρακτη μεταγωγή
-
Αυτοματοποιημένο σύστημα μεταγωγής φωνής
-
εναλλαγή κωδίκων (γλωσσολ.)
-
σε λειτουργία
-
μεταγωγή ραδιοπροστασίας
-
Κυκλωματικά μεταγόμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη