Μετάφραση του "swoop" σε Ελληνικά
Οι εφορμώ, επιδρομή, αρπαγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "swoop" σε Ελληνικά.
swoop
verb
noun
γραμματική
to fly or glide downwards suddenly; to plunge (in the air) or nosedive [..]
-
εφορμώ
verb -
επιδρομή
noun feminineLet us now move on to the arms swoop itself.
Ας συνεχίσουμε στην ίδια την στρατιωτική επιδρομή.
-
αρπαγή
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βουτάω
- κάθετη εφόρμηση
- κάνω βουτιά
- πορεία καθόδου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " swoop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "swoop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορμητικός
-
μονομιάς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη