Μετάφραση του "sworn" σε Ελληνικά
Το ένορκος είναι η μετάφραση του "sworn" σε Ελληνικά.
sworn
adjective
verb
γραμματική
Given under oath. [..]
-
ένορκος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sworn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sworn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίνω τον νενομισμένο όρκο
-
που ορκίστηκε νόμιμα
-
Βεβαιώνεται ένορκα ενώπιόν μου από · Κατατέθηκε ενόρκως ενώπιόν μου από
-
δεμένος με όρκο · ορκίζεται σιωπή · ορκίστηκε εχεμύθεια · ορκισμένος να τηρήσει μυστικότητα · πήρε όρκο σιωπής · που ορκίστηκε να μη μαρτυρήσει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη