Μετάφραση του "sympathetic" σε Ελληνικά

Οι συμπαθητικός, συμπονετικός, ευνοϊκά προσκείμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sympathetic" σε Ελληνικά.

sympathetic adjective γραμματική

Of, related to, showing, or characterized by sympathy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπαθητικός

    adjective

    You were examined by the prosecutor of the port, who was very sympathetic.

    Εξεταστήκατε από τον εισαγγελέα του λιμανιού, που ήταν πολύ συμπαθητικός.

  • συμπονετικός

    Tough to be sympathetic, considering you let Ari go.

    Δύσκολο να είμαι συμπονετικός, αν λάβω υπόψη πως άφησες τον'ρι να φύγει.

  • ευνοϊκά προσκείμενος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπαθής
    • καλοσυνάτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sympathetic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sympathetic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sympathetic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη