Μετάφραση του "taboo" σε Ελληνικά

Οι ταμπού, απαγορεύω, ἄγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "taboo" σε Ελληνικά.

taboo adjective verb noun γραμματική

An inhibition or ban that results from social custom or emotional aversion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταμπού

    noun neuter

    inhibition or ban [..]

    This project confronts a taboo subject, and this is particularly important.

    Το σχέδιο αυτό έρχεται αντιμέτωπο με ένα θέμα το οποίο αποτελεί ταμπού, και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

  • απαγορεύω

    verb

    So, polygamy... which is the norm in some societies, is taboo in ours.

    'Ετσι, η πολυγαμία ενώ είναι κανόνας σε κάποιες κοινωνίες, σε μας απαγορεύεται.

  • ἄγος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανοσιούργημα
    • απαράβατος κανόνας
    • χυδαίος, -α, -ο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " taboo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Taboo

Taboo (1999 film)

+ Προσθήκη

"Taboo" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Taboo στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "taboo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη