Μετάφραση του "tacitly" σε Ελληνικά

Οι in a way that is understood or implied without being directly stated ... σιωπηρα, εμμεσα, σιωπηρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tacitly" σε Ελληνικά.

tacitly adverb γραμματική

In a tacit manner; done in silence or implied. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • in a way that is understood or implied without being directly stated ... σιωπηρα, εμμεσα

  • σιωπηρά

    adjective adverb

    The same applies to non-compete obligations that are tacitly renewable beyond a period of five years.

    Το ίδιο ισχύει για τις υποχρεώσεις μη ανταγωνισμού που είναι σιωπηρά ανανεώσιμες πέραν της πενταετίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tacitly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tacitly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tacitly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη