Μετάφραση του "tacky" σε Ελληνικά

Οι κολλώδης, κακόγουστος, (of glue, paint, or other substances) not fully dry and retaining a slightly sticky feel είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tacky" σε Ελληνικά.

tacky adjective noun γραμματική

Of a substance, slightly sticky. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολλώδης

    adjective

    Hmm. There's a wet, tacky substance on her palm.

    Υπάρχει μια υγρή και κολλώδης ουσία στην παλάμη της.

  • κακόγουστος

    adjective masculine

    Yet here you are, flouncing around, having illegitimate children like some tacky Wilkes.

    Παρόλαυτά είσαι εδώ περπατώντας επιδεικτικά, και κάνεις εξώγαμα παιδιά σαν να ήσουν κάποιος κακόγουστος Γουίλκς.

  • (of glue, paint, or other substances) not fully dry and retaining a slightly sticky feel

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κιτς, κακογουστος
    • λαϊκούρα
    • ξεχαρβαλωμένος
    • κακόζηλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tacky " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tacky" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κακόγουστα πράγματα · κιτσαρία, -ες · μπαγκατέλα · σαβούρα
  • ιξώδες
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tacky" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη