Μετάφραση του "take" σε Ελληνικά

Οι παίρνω, διαλέγω, λαμβάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "take" σε Ελληνικά.

take Verb verb noun γραμματική

(transitive) To grasp with the hands. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίρνω

    verb

    to choose [..]

    He goes to bed early but it takes him a long time to get to sleep.

    Πηγαίνει νωρίς στο κρεβάτι, αλλά του παίρνει ώρα μέχρι να αποκοιμηθεί.

  • διαλέγω

    verb

    to choose

    I'll take a beating heart, if nothing else, just in case.

    Θα διαλέξω τον χτύπο της καρδιάς, για οποιαδήποτε περίπτωση.

  • λαμβάνω

    verb

    The Olympic Games take place at intervals of four years.

    Οι Ολυμπιακοί Αγώνες λαμβάνουν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναλαμβάνω
    • πιάνω
    • χρειάζομαι
    • λήψη
    • δέχομαι
    • καταλαμβάνω
    • βγάζω
    • εκλαμβάνω
    • σκοπεύω
    • φέρνω
    • απαιτώ
    • οδηγώ
    • αρπάζω
    • αποδέχομαι
    • αγοράζω
    • υποθέτω
    • απομακρύνω
    • εισπράξεις από τα εισιτήρια αθλητικών αγώνων
    • κρατάω
    • επωμίζομαι
    • προϋποθέτω
    • καταναλώνω
    • εκδοχή
    • περιέχω
    • επιδέχομαι
    • στοιχίζω
    • σπουδάζω
    • ισχυρίζομαι
    • απόδοση
    • κουβαλώ
    • σημαδεύω
    • νοικιάζω
    • άγω
    • κινηματογραφώ
    • μισθώνω
    • φοιτώ
    • ενοικιάζω
    • διαρκώ
    • γίνομαι μέλος
    • γίνομαι συνδρομητής
    • διατείνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " take " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "take"

Φράσεις παρόμοιες με "take" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Δεν μπορώ να το ρισκάρω. Συγγνώμη.
  • αιφνιδιάζω · καταλαμβάνω εξ απροόπτου · καταλαμβάνω εξαπίνης · ξαφνιάζω
  • αναθαρρώ · κάνε κουράγιο · καλό κουράγιο · παίρνω κουράγιο
  • αναλαμβάνω τη διοίκηση (+Γεν.) · αναχαιτίζω · αποκτώ · αρπάζω · βαστάω · κατακτώ · καταχτώ · κρατιέμαι από · κυριεύω · παίρνω στα χέρια μου · παίρνω τα ηνία (+Γεν.) · παίρνω το τιμόνι · παίρνω τον έλεγχο (+Γεν.) · πιάνομαι από · πιάνω · συγκρατώ
  • κάνω (το) ~ σε κπ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "take" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη