Μετάφραση του "take aim" σε Ελληνικά

Οι σημαδεύω, σκοπεύω, στρέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "take aim" σε Ελληνικά.

take aim verb γραμματική

(intransitive) To position oneself and/or one's weapon so as to be aimed specifically at a chosen mark or target ( which is indicated after 'at' ) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σημαδεύω

    verb

    Hold this while I take aim.

    Κράτα αυτό καθώς σημαδεύω.

  • σκοπεύω

    verb

    A hostage was allowed to take aim at the perpetrator with the safety catch off.

    Ένας όμηρος σκόπευε να αφοπλίσει στην δράστη. αρπάζοντας τον με ασφάλεια.

  • στρέφω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " take aim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "take aim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάζω στο στόχαστρο · βάζω στόχο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "take aim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη