Μετάφραση του "take root" σε Ελληνικά

Οι κάθομαι, ριζοβολώ, ριζώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "take root" σε Ελληνικά.

take root verb γραμματική

(intransitive, literally) To grow roots into soil. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθομαι

    verb
  • ριζοβολώ

  • ριζώνω

  • φυτρώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " take root " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "take root" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη