Μετάφραση του "takings" σε Ελληνικά
Οι απόδοση, εισπράξεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "takings" σε Ελληνικά.
takings
noun
γραμματική
The cash or money received (taken) by a shop or other business; receipts. [..]
-
απόδοση
nounThe frequency of this recalculation shall take into consideration efficiency and operational security.
Για τη συχνότητα του εν λόγω επανυπολογισμού λαμβάνονται υπόψη η απόδοση και η επιχειρησιακή ασφάλεια.
-
εισπράξεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " takings " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "takings" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δεν μπορώ να το ρισκάρω. Συγγνώμη.
-
αιφνιδιάζω · καταλαμβάνω εξ απροόπτου · καταλαμβάνω εξαπίνης · ξαφνιάζω
-
καλό κουράγιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη