Μετάφραση του "tar" σε Ελληνικά

Οι πίσσα, κατράμι, πισσώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tar" σε Ελληνικά.

tar verb noun γραμματική

(uncountable) A black, oily, sticky, viscous substance, consisting mainly of hydrocarbons derived from organic materials such as wood, peat, or coal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίσσα

    noun feminine

    substance [..]

    Now, a tar kettle doesn't sound like much of an inheritance. It wasn't.

    Ένα καζάνι για πίσσα δεν ακούγεται ως πολύ καλή κληρονομιά. Δεν ήταν.

  • κατράμι

    noun
  • πισσώνω

    verb

    to coat with tar

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ναύτης
    • θαλασσόλυκος
    • Πίσσα
    • αμαυρώνω
    • σπιλώνω
    • αλείφω με πίσσα
    • βάφω με πίσσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tar proper

A village in Hungary.

+ Προσθήκη

"Tar" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Tar στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "tar"

Φράσεις παρόμοιες με "tar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γεμάτος πίσσα και πούπουλα
  • ναυτικός · ναύτης
  • A difficult, abstract problem that worsens as one attempts to handle it.
  • χρήση πίσσας
  • πισούχος άμμος
  • λιθανθρακόπισσα
  • παραγωγή πίσσας
  • αλείφω κπ με πίσσα και τού κολλάω πούπουλα · αλείφω με πίσσα και πούπουλα · πίσσα και πούπουλα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη