Μετάφραση του "taunt" σε Ελληνικά
Οι χλευάζω, κοροϊδεύω, χλευασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "taunt" σε Ελληνικά.
taunt
adjective
verb
noun
γραμματική
to make fun of (someone); to goad (a person) into responding, often in an aggressive manner. [..]
-
χλευάζω
verbto make fun of (someone); to goad into responding
You are foolishly taunting her with your infidelity.
Κι εσύ την χλευάζεις με την απιστία σου.
-
κοροϊδεύω
verbto make fun of (someone); to goad into responding
-
χλευασμός
noun masculinea scornful or mocking remark
Well, maybe it's a taunt, to show the police how smart he is.
Ίσως είναι χλευασμός, να δείξει στην αστυνομία πόσο έξυπνος είναι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοροϊδία
- σαρκασμός
- λοιδορία
- σαρκάζω
- λοιδορώ
- κριτικάρω
- περιπαίζω
- προπηλακίζω
- τσιγκλίζω
- υβρίζω
- βρισιά
- τολμώ
- αψηφώ
- καζούρα
- ξιφισμός
- σπόντα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " taunt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη