Μετάφραση του "telecommuting" σε Ελληνικά

Οι τηλεργασία, Τηλεεργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "telecommuting" σε Ελληνικά.

telecommuting noun verb γραμματική

(computing) The action of working from home, sometimes for part of a working day or week, using a computer connected to one's employer's network or via the Internet [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τηλεργασία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " telecommuting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Telecommuting
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τηλεεργασία

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "telecommuting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη