Μετάφραση του "temerity" σε Ελληνικά

Οι τόλμη, θράσος, απερισκεψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temerity" σε Ελληνικά.

temerity noun γραμματική

(not countable) Reckless boldness; foolish bravery. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόλμη

    noun feminine

    To trample your temerity we have tonsured your heads

    Για να ποδοπατήσουν την τόλμη σας, κουρεύουν τα κεφάλια σας.

  • θράσος

    noun
  • απερισκεψία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Excessive cofidence or reckless boldness ... often viewed as insolent disregard, seldom viewed as bravery.
    • Excessive confidence, reckless boldness ... παρατολμη ενεργεια, απερισκεψια.
    • Nerve, audacity ... excessive confidence or boldness
    • αποκοτιά
    • επιπολαιότητα
    • παρατολμία
    • τρέλα
    • παράτολμη ενέργεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " temerity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "temerity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη