Μετάφραση του "temporal" σε Ελληνικά

Οι χρονικός, κοσμικός, πρόσκαιρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temporal" σε Ελληνικά.

temporal adjective noun γραμματική

of limited time; not perpetual [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονικός

    adjective

    Chakotay and I experienced some kind of temporal loop.

    Ο Τσακότε κι εγώ πετύχαμε έναν χρονικό βρόχο.

  • κοσμικός

    adjective

    It is both temporal and eternal in its authority.

    Είναι και κοσμική και αιώνια ως προς την εξουσία της.

  • πρόσκαιρος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρόνος
    • κροταφικός
    • προσωρινός
    • παροδικός
    • εφήμερος
    • βραχύβιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " temporal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Temporal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρονικός, προσωρινός

Φράσεις παρόμοιες με "temporal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χρονική ιδιότητα
  • καιροσκόπος
  • καιροσκοπία
  • χρονική οργάνωση · χρονικός σχεδιασμός
  • κροταφικό οστό
  • κροταφική φλέβα
  • Κροταφικός λοβός · κροταφικός λοβός
  • εξειδίκευση ενός προϊόντος ως προς το χρόνο που μεσολαβεί από την παρασκευή-κατασκευή του έως τη μεταποίηση-κατανάλωσή του
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "temporal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη