Μετάφραση του "temporarily" σε Ελληνικά
Οι προσωρινά, πρόσκαιρα, προσωρινώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temporarily" σε Ελληνικά.
for a relatively brief period of time [..]
-
προσωρινά
adverbnot permanently [..]
Preliminary research indicates that all computer functions were temporarily under external control.
Η προκαταρκτική έρευνα δείχνει πως όλες οι λειτουργίες του υπολογιστή βρίσκονταν προσωρινά υπό εξωτερικό έλεγχο.
-
πρόσκαιρα
adverbnot permanently [..]
This control element may be permanent or may be fitted temporarily by adding detachable parts.
Το στοιχείο αυτό ελέγχου μπορεί να είναι μόνιμο ή προσαρμόζεται πρόσκαιρα δια προσθήκης μερών δυναμένων να αφαιρούνται.
-
προσωρινώς
She's lost her mind temporarily, but I'm fixing that.
Τρελλάθηκε προσωρινώς, αλλά το διορθώνω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " temporarily " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate