Μετάφραση του "tempting" σε Ελληνικά

Οι δελεαστικός, εκμαυλιστικός, κόλαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tempting" σε Ελληνικά.

tempting adjective noun verb γραμματική

Present participle of tempt. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δελεαστικός

    Sectoral targeting is a tempting option for the Commission because of its simplifying effects.

    Για την Επιτροπή, ο τομεακός προσδιορισμός του στόχου είναι δελεαστικός λόγω του ότι επιφέρει απλουστεύσεις.

  • εκμαυλιστικός

  • κόλαση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαχταριστός
    • πειρασμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tempting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tempting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάζω σε πειρασμό · δελεάζω · εξαπατώ · κολάζω · πειράζω · πλανεύω · σαγηνεύω · σκανδαλίζω
  • παρασύρομαι
  • προκαλώ τη μοίρα
  • βάζω σε πειρασμό · δελεάζω · εξαπατώ · κολάζω · πειράζω · πλανεύω · σαγηνεύω · σκανδαλίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tempting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη