Μετάφραση του "tending" σε Ελληνικά
Το βοήθεια είναι η μετάφραση του "tending" σε Ελληνικά.
tending
noun
verb
γραμματική
Action of the verb to tend. [..]
-
βοήθεια
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tending " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τείνω
-
επιμελούμαι · κλίνω · περιποιούμαι · ρέπω · συντελώ · τείνω · φροντίζω · φυλάσσω
-
ρέπω · τείνω · φροντίζω
-
τείνω στο μηδέν
-
έχω τάσεις [+Γεν.] · έχω την τάση να · τείνω να, προς, σε
-
τείνω στο άπειρο
-
επιμελούμαι · κλίνω · περιποιούμαι · ρέπω · συντελώ · τείνω · φροντίζω · φυλάσσω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη