Μετάφραση του "tendril" σε Ελληνικά
Οι κληματσίδα, κληματόβεργα, ψαλίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tendril" σε Ελληνικά.
tendril
noun
γραμματική
(botany) A thin, spirally coiling stem that attaches a plant to its support. [..]
-
κληματσίδα
noun -
κληματόβεργα
noun -
ψαλίδα
femininePoor thing was hanging on by a tendril.
Το κακόμοιρο κρεμόταν απο μία ψαλίδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tendril " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tendril" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλικες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη