Μετάφραση του "tensor" σε Ελληνικά

Οι τανυστής, Τανυστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tensor" σε Ελληνικά.

tensor adjective verb noun γραμματική

A muscle that stretches a part, or renders it tense. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τανυστής

    noun masculine

    (mathematics, physics) matrix of matrices [..]

  • Τανυστής

    mathematics and physics

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tensor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tensor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη