Μετάφραση του "tenured" σε Ελληνικά
Το μόνιμος είναι η μετάφραση του "tenured" σε Ελληνικά.
tenured
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of tenure. [..]
-
μόνιμος
adjectiveI have a tenured membership at the club, thanks to my father's status as a charter member.
Είμαι μόνιμο μέλος στο κλαμπ, χάρη στην ιδιότητα του πατέρα μου ως ιδρυτικό μέλος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tenured " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tenured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ισοβιότητα
-
μεικτό σύστημα εκμετάλλευσης
-
είδος δουλείας · σύστημα εκμετάλλευσης
-
δικαίωμα γαιοκτησίας · θητεία · κατοχή · κατοχής · μονιμοποιώ · μονιμότητα
-
Γαιοκτησία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη