Μετάφραση του "termination" σε Ελληνικά

Οι κατάληξη, τέλος, απόλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "termination" σε Ελληνικά.

termination noun γραμματική

The process of terminating or the state of being terminated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάληξη

    noun feminine

    An outcome or result

    The book of Ecclesiastes contains a metaphoric description of the effects of old age, terminating in death.

    Το βιβλίο του Εκκλησιαστή περιέχει μια μεταφορική περιγραφή των συνεπειών που έχουν τα γηρατειά, με κατάληξη το θάνατο.

  • τέλος

    noun neuter

    An end in time; a conclusion

    It is to be regretted that our fruitful association must terminate.

    Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός, πως η γόνιμη αυτή συνεργασία μας, θα πρέπει να πάρει τέλος.

  • απόλυση

    noun feminine

    The process of firing an employee

    I had nothing to do with Chase's termination.

    Δεν είχα καμία σχέση με την απόλυση του Τσέις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λήξη
    • τερματισμός
    • απόληξη
    • έκτρωση
    • διακοπή κύησης
    • ακμή
    • αιχμή
    • διακοπή
    • αποτέλεσμα
    • έκβαση
    • επακόλουθο
    • καταγγελία (σύμβασης)
    • λύση (συμφωνίας)
    • τερματισμός, απόληξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " termination " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "termination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τερματικό δεδομένων
  • Τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός
  • "Κουτό" τερματικό
  • Ακροδέκτης, τερματικό
  • άκρο · έσχατος · ακραίος · ιδεατό τερματικό · καταληκτική ασθένεια · καταληκτικός · ληκτικός · μοιραία ασθένεια · μοιραίος · πόλος · σιδηροδρομικός σταθμός · σταθμός · σταθμός μεταφορών · τέρμα · τελικός · τερματικό · τερματικός σταθμός
  • ακροδέκτης συγκόλλησης
  • προσαρμογέας τερματικού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "termination" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη