Μετάφραση του "territoriality" σε Ελληνικά
Το εδαφικότητα είναι η μετάφραση του "territoriality" σε Ελληνικά.
territoriality
noun
γραμματική
(biology) a pattern of behaviour in animals that defines and defends a territory; more typical of males [..]
-
εδαφικότητα
femininepattern of human behaviour characterised by defence of a particular territory or area of interest [..]
But instead, we listened to that reptilian voice within us counseling fear, territoriality aggression.
Αλλά αντ'αυτού, ακούσαμε σε αυτή την ερπετοειδή φωνή μέσα μας φόβος ως σύμβουλος, εδαφικότητα επιθετικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " territoriality " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "territoriality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σημαία του Βρετανικού Εδάφους Ινδικού Ωκεανού
-
εδαφική διαφορά
-
Γιούκον
-
Βόρεια Επικράτεια
-
εδαφικός · που προστατεύει το χώρο του · χωρικός
-
διοικητική περιφέρεια
-
έδαφος · διαμέρισμα · εδαφική περιοχή · επικράτεια · κλάδος · περιοχή · περιφέρεια · πλαίσια · τομέας · χώρα
-
αυτόνομα εδάφη της Παλαιστίνης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη