Μετάφραση του "terrorism" σε Ελληνικά
Οι τρομοκρατία, Τρομοκρατία, τρομοκρατικές ενέργειες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "terrorism" σε Ελληνικά.
The deliberate commission of an act of violence to create an emotional response through the suffering of the victims in the furtherance of a political or social agenda. [..]
-
τρομοκρατία
noun feminineuse of terror as a means of coercion [..]
They all claim they broke ties with their leader after he was sentenced and have denounced terrorism.
Λένε πως έκοψαν επαφές με τον ηγέτη κι αποκήρυξαν την τρομοκρατία.
-
Τρομοκρατία
use of violence as a form of political, economic and religious coercion
They all claim they broke ties with their leader after he was sentenced and have denounced terrorism.
Λένε πως έκοψαν επαφές με τον ηγέτη κι αποκήρυξαν την τρομοκρατία.
-
τρομοκρατικές ενέργειες
-
τρομοκρατική δραστηριότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " terrorism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "terrorism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τρομοκρατική επίθεση
-
στρατόπεδο εκπαίδευσης τρομοκρατών
-
τρομοκρατική επίθεση
-
στοχαστική τρομοκρατία
-
Συνεργασία εμπορικών εταίρων κατά της τρομοκρατίας
-
Οικολογική τρομοκρατία
-
καθεστώς τρόμου
-
λευκή τρομοκρατία